ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΕΚΕΙΝΗ, κάθε συνάντηση έμοιαζε να συνδέεται άμεσα
με την προηγούμενη, σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας. Ήμουν τόσο ικανοποιημένος
που δεν μπορούσα να πιστέψω πόσα πράγματα αντιλαμβανόμουν εγώ μόνος μου.
Μάθαινα να βιώνω τις ανακαλύψεις μου με
χαρά ή με θλίψη,
κλαίγοντας ή γελώντας, πάντοτε όμως με την ικανοποίηση ότι βρισκόμουν πιο κοντά
στην εσωτερική γαλήνη, στην πνευματική ηρεμία, στη μέγιστη εμπιστοσύνη στις
δυνάμεις μου, σ' αυτό που αποκαλούσα: «να είμαι ευτυχής».
Όλα πήγαιναν καλά. Άξαφνα, όμως, άρχισα να σκέφτομαι ότι
λίγο χρησίμευε να διαλύω τις δικές μου αμφιβολίες όταν ο υπόλοιπος κόσμος
εξακολουθούσε να ζει σε βαθιά άγνοια κι επέμενε να παραμένει έτσι. Ένιωσα
τεράστια αδυναμία κι άρχισα να εξοργίζομαι. Και συνέχισα έτσι.
Αν και παραδεχόμουν ότι μπορούσα εύκολα να ανεχθώ το
συναίσθημα του εξωγήινου που μου προκαλούσε το γεγονός ότι θεωρούσα τον εαυτό
μου διαφορετικό από τους άλλους, καταλάβαινα πως σε τίποτα δε χρησίμευε στους
άλλους ένα άτομο —ή δέκα, ή εκατό στον κόσμο—, που θα είχε ξεκάθαρες ιδέες.
Τότε θυμήθηκα τον θείο Ρομπέρτο. Κι εκείνος, κάποτε, είχε
αρχίσει ψυχοθεραπεία. Τα πήγαινε καλά, απ' ότι μου έλεγε. Όμως ύστερα από
λίγους μήνες είπε στον ψυχοθεραπευτή του: «Κοίταξε, ας πούμε ότι διένυσα το
δέκα τοις εκατό του δρόμου. Όλους αυτούς τους μήνες, και με δέκα τοις εκατό
πρόοδο, απομάκρυνα από κοντά μου το πενήντα τοις εκατό των ανθρώπων που
συναναστρεφόμουν. Με μαθηματική ακρίβεια, όταν θα έχω διανύσει το τριάντα τοις
εκατό του δρόμου, εννέα στους δέκα φίλους μου θα έχουν απομακρυνθεί. Η αλήθεια
είναι ότι δεν πιστεύω πως αξίζει τον κόπο να είσαι υγιέστερος, εάν το αντίτιμο
είναι να μείνεις στον κόσμο πιο μόνος κι από τον Ροβινσώνα Κρούσο χωρίς τον
Παρασκευά. Ευχαριστώ πολύ για όλα και αντίο!»
Έτσι πήγα στο ιατρείο του Χόρχε εκείνη τη μέρα. Αμφισβητούσα
τη θεραπεία, όμως, προπάντων, αμφισβητούσα τη δουλειά του ψυχοθεραπευτή. Όχι
του Χοντρού ειδικά —που για μένα ήταν ψηλά οι μετοχές του—, αλλά αυτή τη φορά
αμφισβητούσα τη δουλειά όλων των ψυχοθεραπευτών.
«Πόσον καιρό πρέπει να σπουδάζει ένας καλός ψυχοθεραπευτής;
Ας δούμε εσένα. Χωρίς να υπολογίζουμε το δημοτικό και τη δευτεροβάθμια
εκπαίδευση, έκανες έξι χρόνια στην Ιατρική Σχολή, πέντε χρόνια ειδικότητα, τρία
χρόνια σεμινάρια και μαθήματα ψυχοθεραπείας, δέκα χρόνια προσωπική
ψυχοθεραπεία, κι εγώ δεν ξέρω πόσα διδακτική ψυχοθεραπεία και, απ' ό,τι μου
έχεις πει, χρειάστηκες τουλάχιστον δέκα χρόνια επαγγελματικής πείρας για να
συμπληρώσεις τη θεωρητική σου κατάρτιση με την πρακτική εμπειρία. Ουφ!
Κουράστηκα μόνο να τα απαριθμήσω!»
«Δεν ξέρω πού θες να καταλήξεις, αλλά λογάριασε ότι η μάθηση
δεν τελειώνει ποτέ. Η εκπαίδευση συνεχίζεται, κι έτσι πρέπει να γίνεται επ'
αόριστον.»
«Τότε, έχω δίκιο. Κι όλα αυτά σε τι χρησιμεύουν; Σε όλη σου την
επαγγελματική ζωή θα κουράρεις μερικές εκατοντάδες άτομα, κι αυτό επειδή μιλάμε
για σύντομες θεραπείες. Ειδάλλως, θα μιλούσαμε για καμιά εικοσαριά ασθενείς,
όλους κι όλους. Δεν έχει νόημα, Χοντρέ. Από κοινωνικής απόψεως, το επάγγελμα
σου δεν έχει νόημα.»
«Ορισμένα απ' αυτά τα ατέλειωτα χρόνια σπουδών, όπως λες
εσύ, τα αφιέρωσα στο να διαβάζω διηγήσεις που έγραψαν άλλοι ή ν' ακούω
παραμύθια που η παράδοση συγκέντρωσε από τη λαϊκή σοφία. Τώρα θα σου διηγηθώ
ένα απ' αυτά τα παραμύθια, μιας και πιστεύω ότι σε κάτι μπορεί να σου
χρησιμεύσει.
«Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε... άλλος ένας βασιλιάς.
Ήταν ο μονάρχης μιας μικρής χώρας που την έλεγαν το
Πριγκιπάτο της Αμπελοχώρας. Το βασίλειο του ήταν γεμάτο αμπέλια, και όλοι οι
υπήκοοι του ασχολούνταν με την παραγωγή κρασιού. Με την εξαγωγή σε άλλες χώρες,
οι δεκαπέντε χιλιάδες οικογένειες που κατοικούσαν στην Αμπελοχώρα κέρδιζαν
αρκετά για να ζουν καλά, να πληρώνουν τους φόρους τους και να απολαμβάνουν
ορισμένες πολυτέλειες.
Επί πολλά χρόνια ο βασιλιάς μελετούσε τα οικονομικά του
βασιλείου του. Ήταν δίκαιος μονάρχης, με κατανόηση, και δεν ήθελε να νιώθει πως
βάζει χέρι στις τσέπες των κατοίκων της Αμπελοχώρας. Π' αυτό έκανε μεγάλες
προσπάθειες να βρίσκει τρόπους να μειώνει τους φόρους.
Ώσπου, μια μέρα, ο βασιλιάς κατέβασε μια σπουδαία ιδέα.
Αποφάσισε να καταργήσει τους φόρους. Ως μοναδικό έσοδο για τα έξοδα του
Κράτους, θα ζητούσε από κάθε υπήκοο, μια φορά το χρόνο, την εποχή που
εμφιαλώνουν το κρασί, να φέρνει ένα κανάτι κρασί στο παλάτι —από το καλύτερο
της σοδειάς του— και να το ρίχνει μέσα σ' ένα μεγάλο βαρέλι που θα κατασκεύαζε
ειδικά γι αυτό το σκοπό.
Από την πώληση των δεκαπέντε χιλιάδων λίτρων κρασιού που θα
συγκέντρωνε, θα έβγαιναν τα απαραίτητα χρήματα για τον προϋπολογισμό του
στέμματος, τα έξοδα υγείας και μόρφω-σης
του λαού.
Η είδηση διαδόθηκε στο βασίλειο με ανακοινώσεις και αφίσες
στους κεντρικούς δρόμους των πόλεων. Η χαρά του κόσμου ήταν απερίγραπτη. Σε όλα
τα σπίτι ζητωκραύγαζαν υπέρ του βασιλιά και τραγουδούσαν ύμνους προς τιμήν του.
Σε όλες τις ταβέρνες ύψωναν τα ποτήρια τους να πιουν στην
υγεία και τη μακροζωία του καλού βασιλιά.
Κάποτε ήρθε και η μέρα της συνεισφοράς. Όλη την προηγούμενη
εβδομάδα, στις γειτονιές και τις αγορές, στις πλατείες και τις εκκλησίες, οι
κάτοικοι υπενθύμιζαν ο ένας στον άλλον την υποχρέωση τους. Όλοι έπρεπε να
ανταποκριθούν στη χειρονομία του βασιλιά τους.
Από νωρίς, άρχισαν να φτάνουν από κάθε γωνιά του βασιλείου
ολόκληρες οικογένειες αμπελουργών. Ο επικεφαλής της οικογένειας βαστούσε το
κανάτι στο χέρι. Ένας ένας ανέβαιναν στη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε επάνω στο
τεράστιο βασιλικό βαρέλι, άδειαζαν το κανάτι τους και κατέβαιναν από την άλλη
σκάλα. Εκεί, ο θησαυροφύλακας του βασιλιά έβαζε τη βασιλική σφραγίδα στο πέτο
κάθε αγρότη.
Στα μισά του απογεύματος, όταν και ο τελευταίος αμπελουργός
είχε αδειάσει το κανάτι του, διαπίστωσαν ότι δεν έλειψε κανείς. Το πελώριο
βαρέλι των δεκαπέντε χιλιάδων λίτρων ήταν γεμάτο. Όλοι ανεξαιρέτως οι υπήκοοι
είχαν περάσει από τους βασιλικούς κήπους και είχαν αδειάσει τα κανάτια τους στο
βαρέλι.
Ο βασιλιά ήταν περήφανος και ικανοποιημένος. Όταν έπεσε ο
ήλιος, ο λαός συγκεντρώθηκε στην πλατεία μπροστά στο παλάτι. Ο μονάρχης βγήκε
στο μπαλκόνι ανάμεσα σε ζητωκραυγές. Όλοι ήταν ευτυχείς. Σ' ένα ωραίο
κρυστάλλινο ποτήρι, κληρονομιά των προγόνων του, ο βασιλιάς είπε να του βάλουν
λίγο από τα κρασί που είχε μαζευτεί. Με το ποτήρι στο χέρι, μίλησε στο
λαό. «Υπέροχε λαέ της Αμπελοχώρας. Όπως
το φαντάστηκα, όλοι οι κάτοικοι ήρθαν σήμερα στο παλάτι. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας
τη χαρά του στέμματος, με τη διαπίστωση ότι ο λαός είναι πιστός στο βασιλιά του
όπως και ο βασιλιάς είναι πιστός στο λαό του. Και για να τιμήσω την παρουσία
σας, υψώνω το πρώτο ποτήρι απ' αυτό το κρασί για να πιω στην υγειά όλων σας.
Σίγουρα θα είναι το νέκταρ των θεών, αφού προέρχεται από τα καλύτερα σταφύλια
του κόσμου. Ένα κρασί φτιαγμένο από τα πιο ικανά χέρια του κόσμου και με το
πολυτιμότερο αγαθό του τόπου μας, δηλαδή, την αγάπη του λαού.
Όλοι έκλαιγαν και ζητωκραύγαζαν.
Ο υπηρέτης έδωσε στο βασιλιά το ποτήρι κι αυτός το σήκωσε
για να πιει στην υγειά του λαού του που χειροκροτούσε. Όμως, η έκπληξη
σταμάτησε το χέρι του στον αέρα. Κοιτώντας το ποτήρι, ο βασιλιάς αντιλήφθηκε
ότι το υγρό που περιείχε ήταν διάφανο και άχρωμο. Αργά αργά, το έφερε στη μύτη
του που ήταν ειδικευμένη ν' αναγνωρίζει τα καλύτερα κρασιά. Διαπίστωσε ότι δεν
είχε κανένα άρωμα. Καθώς ήταν σπουδαίος ειδικός, έφερε το ποτήρι στο στόμα του
αυτόματα και ήπιε μια γουλιά.
Το κρασί δεν είχε γεύση κρασιού ούτε και καμία άλλη!
Ο βασιλιάς ζήτησε δεύτερο ποτήρι από το βαρέλι κι ύστερα
τρίτο. Τέλος, αποφάσισε να πάει μόνος του να πάρει ένα δείγμα ανεβαίνοντας ως
το άνοιγμα. Ήταν πλέον φανερό. Άοσμο, άχρωμο και άγευστο.
Οι αλχημιστές του βασιλείου κλήθηκαν επειγόντως να αναλύσουν
το κρασί. Το συμπέρασμα βγήκε ομόφωνα. Το βαρέλι ήταν γεμάτο νερό. Καθαρό
νεράκι. Εκατό τοις εκατό νερό.
Ο μονάρχης συγκέντρωσε αμέσως όλους τους σοφούς και Μάγους
του βασιλείου για να βρουν την εξήγηση στο μυστήριο.
Ποια μάγια, ποια χημική αντίδραση, ποια ξόρκια είχαν
μετατρέψει αυτό το μείγμα των κρασιών σε νερό;
Ο γεροντότερος από τους υπουργούς του τον πλησίασε και του
είπε στο αφτί:
«Δεν είναι θαύμα,
ούτε μάγια, ούτε αλχημεία. Τίποτ' απ' αυτά. Οι υπήκοοι μας, απλούστατα, είναι
άνθρωποι, μεγαλειότατε. Αυτό είναι όλο.»
«Δεν καταλαβαίνω»
είπε ο βασιλιάς.
«Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Γιάννη» είπε ο υπουργός. «Ο
Γιάννης έχει ένα τεράστιο αμπελώνα από τις πλαγιές του βουνού ως το ποτάμι. Τα
σταφύλια του είναι από τα καλύτερα του βασιλείου και το κρασί του το πρώτο που
θα πουληθεί στην καλύτερη τιμή.
«Σήμερα το πρωί, ενώ η οικογένεια του ετοιμαζόταν να κατέβει
στην πρωτεύουσα, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του Γιάννη. Αν έβαζε νερό στο
κανάτι αντί για κρασί; Ποιος θα καταλάβαινε τη διαφορά;
»Ένα κανάτι νερό μέσα σε δεκαπέντε χιλιάδες λίτρα κρασί!
Αδύνατον να γίνει αντιληπτό. Κανένας δεν θα το καταλάβαινε!
»Και κανένας δεν θα το καταλάβαινε, αν δεν υπήρχε μια
λεπτομέρεια, μεγαλειότατε. Μια μικρή λεπτομέρεια.
»Ότι όλοι σκέφτηκαν το ίδιο!»

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου