
Ο ελληνικός λαός, δυστυχώς δεν απέφυγε μια θανάσιμη στάση, που δεν του είναι πρωτόγνωρη : με θαυμαστή επιμονή να επιλέγει ό,τι αναγνώριζε ως σάπιο και ανίκανο, όχι μονάχα σήμερα, όπου τους καρπούς της σαπίλας και
της ανικανότητας καλείται να πληρώσει, μα και όταν η σαπίλα, φαινόταν ότι ήταν και οικονομικά τουλάχιστον επωφελής, χωρίς εν τούτοις να αναλογιστεί πότε η ιστορία πρόσφερε ένα έστω παράδειγμα όπου η αθλιότητα να επικρατεί ιστορικά ως θετική αξία. Ναι, η ευθύνη αξιολογείται, άλλου είδους βέβαια είναι η ευθύνη της εξουσίας, και άλλου είδους η ευθύνη του λαού, όμως, ευθύνη στο επίπεδο του λαού, ναι υπάρχει.
Ρωτάς : «Ἀλλὰ διατί, καὶ πῶς ἕνας μόνον ἄνθρωπος, πολλάκις ἀμαθέστατος καὶ ἀναξιώτατος, πάντοτε δὲ θηριώδης, ἄσπλαγχνος, καὶ σκληρός, καθὼς εἶναι ὁ τύραννος, νὰ βαστᾷ ὑπὸ τῆς θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας ἀνθρώπων, χωρὶς ἄλλην δύναμιν, οὔτε ἄρματα ἄλλα, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνα τῆς τυραννίας, καὶ τόσον πλῆθος ὑπηκόων, ὁποὺ τὸν μισεῖ, ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατόν του, καὶ εἶναι τέλος πάντων ἐχθρός του, νὰ ὑπόκειται, νὰ ὑπακούῃ, καὶ ἀναισθήτως νὰ ἀγωνίζεται, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν σκλαβιάν του, χωρὶς νὰ τολμῇ κανείς, νὰ φονεύσῃ ἓν τέρας, ἕνα μωρόν, ἄνανδρον καὶ οὐτιδανώτατον ἄνθρωπον, καθώς, ἐξ ἀνάγκης, πρέπει νὰ εἶναι ὁ τύραννος; Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;»
Θέτεις ένα ερώτημα αναπάντητο από την Ιστορία. Όσοι δε, από οποιονδήποτε κλάδο επιστήμης ή σχολής σκέψης επιχείρησαν να δώσουν απάντηση πειστική, και άρα λύση στο πρόβλημα, ώστε ένας λαός να μην είναι δυνατόν να αλυσοδένεται από συντριπτικές μειοψηφίες της εξουσίας, σίγουρα απέτυχαν τουλάχιστον στο σκέλος της αντιμετώπισης της αδυναμίας των πολλών, να καταδυναστεύονται από διεφθαρμένες ή και παρηκμασμένες εξουσίες. Διότι αν υπάρχει μια λύση, τότε, διερωτώμαι πως είναι δυνατόν ο παγκόσμιος κανόνας, να είναι οι λαοί να είναι μάλλον υπόδουλοι των εθνικών τους εξουσιών, παρά το αντίθετο, που μάλλον ως εξαιρέσεις μπορούμε να διαπιστώσουμε εδώ κι εκεί σποραδικά.
Γράφεις για την εποχή σου, Ανώνυμε Συνέλληνά μου του 1806 : «Ὤ, πόσον ἤθελε τρομάξει κάθε αἰσθαντικὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ βλέπει τὰ βασιλικὰ παλάτια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ ἔξω μέρος φαίνονται τόσον λαμπρὰ καὶ ζωγραφισμένα, ἂν ἤθελεν ἰδεῖ μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν ἐκείνους, ὁποὺ τὰ κατοικοῦσι, εἰς τὴν ἀληθῆ στάσιν τῆς καρδίας των καὶ τῆς διαθέσεώς των. Ὤ, πόσον ἤθελεν κλαύσει διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, βλέποντας τόσα πλήθη ἀνθρώπων, νὰ προσμένωσι τὴν εὐτυχίαν των ἀπὸ μερικὰ τέρατα, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἐπιμελοῦνται, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς σαρκικάς των ἐπιθυμίας καὶ ἀλόγους ὀρέξεις των! Πόσον ἤθελαν μετανοήσει, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι οἱ βασιλεῖς ἐπιμελοῦνται διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τῶν λαῶν των, θεωρῶντες τους δεδοσμένους εἰς παντοτινὰς τρυφάς!»
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου